ἄρα

ἄρα
ᾰρᾰ
1 not joined with other particles.
a resumptive, after direct speech,

ὣς ἄρα, ταῦτ' ἄρα. ὣς ἄρα μάνυε O. 6.52

ὣς ἄρ' ἔειπεν P. 4.156

ὣς ἄρ' αὐδάσαντος P. 4.232

ὣς ἄρ' εἰπὼν P. 9.66

ὣς ἄρ' αὐδάσαντος N. 10.88

ταῦτ' ἄρα οἱ φαμένῳ I. 6.49

b in questions πότερόν νιν ἄρ' Ἰφιγένεἰ ἐπ Εὐρίπῳ σφαχθεῖσα τῆλε πάτρας ἔκνισεν βαρυπάλαμον ὄρσαι χόλον; P. 11.22 τίς ἄρ' ἐσλὸν Τήλεφον τρῶσεν ἑῷ δορὶ Καίκου πὰρ ὄχθαις; (Er. Schmid: γὰρ codd.) I. 5.41
c after conjunction introducing a clause

καὶ πενταετηρίδ' ὅπως ἄρα ἔστασεν ἑορτὰν O. 10.57

2 in conjunction with
a

δέ. ὁ δ' ἄῤ ἐν Πίσᾳ ἔλσαις O. 10.43

ἐν Σπάρτᾳ δ' ἄρα (coni. Wil.: ἐρέω codd.: ἀπὸ Stone) P. 1.77

οὐδ' ἔλαθε σκοπόν. ἐν δ ἄρα μηλοδόκῳ Πυθῶνι P. 3.27

χερσὶ δ' ἄρα Κρονίων ῥίψαις P. 3.57

ἐκ δ' ἄῤ αὐτοῦ πομφόλυξαν δάκρυα P. 4.121

χαμειπετὲς δ' ἄῤ ἔπος οὐκ ἀπέριψεν P. 6.37

ὁ δ' ἄρα γέροντα ξένον Στροφίον ἐξίκετο P. 11.34

ἐκ δ' ἄῤ ἄτλατον δέος πλᾶξε γυναῖκας N. 1.48

ἐχθρὰ δ' ἄρα πάρφασις ἦν καὶ πάλαι N. 8.32

φαινομέναν δ' ἄῤ ἐς ἄταν N. 9.21

οὐδ' ἀνέχασσαν. ἐφορμαθεὶς δ ἄῤ ἄκοντι θοῷ N. 10.69

ἐν δ' ἄρα καὶ Τενέδῳ Πειθώ τ ἔναιεν fr. 123. 13. separatim:

περὶ δ' ὑψικόμῳ Ἑλένᾳ χρῆν ἄρα Πέργαμον εὐρὺν ἀιστῶσαι σέλας αἰθομένου πυρός Pae. 6.96

b

μέν. παρέσταν μὲν ἄρα Μοῖραι σχεδὸν O. 10.52


Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀρά — ἀρά̱ , ἀρά prayer fem nom/voc/acc dual (ionic) ἀρά̱ , ἀρά prayer fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) ἀρά̱ , ἀρή prayer fem nom/voc/acc dual ἀρά̱ , ἀρή prayer fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • .άρα — ἄρα , ἄρα ir̃ indeclform (particle) ἄρα , ἄρον cuckoo pint neut nom/voc/acc pl ἄρᾱ , ἄρος use neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) ἔρᾱ , ἔρα earth fem nom/voc/acc dual ἔρᾱ , ἔρα earth fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἔρᾱ , ἔραμαι love pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅρα — ἄρα , ἄρα ir̃ indeclform (particle) ἄρα , ἄρον cuckoo pint neut nom/voc/acc pl ἄρᾱ , ἄρος use neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) ἔρᾱ , ἔρα earth fem nom/voc/acc dual ἔρᾱ , ἔρα earth fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἔρᾱ , ἔραμαι love pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀρά — Ἀρά̱ , Ἀρή fem nom/voc/acc dual Ἀρά̱ , Ἀρή fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρα — ir̃ indeclform (particle) ἄρον cuckoo pint neut nom/voc/acc pl ἄρᾱ , ἄρος use neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρᾷ — ἀρά prayer fem dat sg (attic doric ionic aeolic) ἀράομαι pray to pres subj mp 2nd sg ἀράομαι pray to pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) ἀράζω snarl fut ind mid 2nd sg (epic doric aeolic) ἀράζω snarl fut ind act 3rd sg (epic doric aeolic) ἀρή… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἆρα — anxiety indeclform (interrog) ἆ̱ρα , αἴρω attach aor ind act 1st sg (doric aeolic) αἴρω attach aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρα — (ara). Κοινή ονομασία διαφόρων ψιττακομόρφων αναρριχητικών πουλιών, που ζουν στις τροπικές περιοχές της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής. Οι ά. ζουν μέσα στα δάση, όχι πολύ μακριά από τα ποτάμια, φτιάχνουν τις φωλιές τους μέσα σε κοιλότητες… …   Dictionary of Greek

  • αρά — (ara). Κοινή ονομασία διαφόρων ψιττακομόρφων αναρριχητικών πουλιών, που ζουν στις τροπικές περιοχές της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής. Οι ά. ζουν μέσα στα δάση, όχι πολύ μακριά από τα ποτάμια, φτιάχνουν τις φωλιές τους μέσα σε κοιλότητες… …   Dictionary of Greek

  • -άρα — μεγεθυντική κατάληξη θηλ. ουσιαστικών της Νέας Ελληνικής, που συνδέεται ετυμολογικά με την υποκοριστική κατάλ. άρι* των ουδ. ουσιαστ. Ειδικότερα, από ονόματα θηλυκά σε άρα της Αρχ. Ελληνικής, π.χ. καμάρα, κινάρα, εσχάρα, σχηματίστηκαν… …   Dictionary of Greek

  • άρα — σύνδ. συμπερ., επομένως, λοιπόν: Δεν ξανάγραψε να του στείλουμε χρήματα, άρα βρήκε δουλειά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”